Amandine Joannes

(γράφει η  Μαρία Ξυπολοπούλου)

Νοσταλγία, συνομιλία, παρελθόν, καθρέφτης είναι μερικές λέξεις που ξεκλειδώνουν την ανάγνωση και την προσέγγιση των έργων της . Στη δουλειά της η φωτογραφία αποτελεί τον βασικό πυρήνα άλλοτε ως μέσο έκφρασης και άλλοτε ως υλικό. Γεννημένη στο Παρίσι, ολοκλήρωσε στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών του Παρισιού τις σπουδές της ενώ παράλληλα ασχολήθηκε με την υποκριτική, το θέατρο και τον τομέα της Art Therapy. Η φωτογραφική πρακτική αποτελεί για την ίδια αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής της. Αντίθετα με όσους ταξιδεύουν στο Παρίσι για να αφεθούν στην φωτογραφική καταγραφή ενός  τόπου άμεσα συνδεδεμένου με την φωτογραφία, η Amandine Joannes επιλέγει να αποτυπώσει στις εικόνες της τον κόσμο της Αμερικής όπου και αναζήτησε την έμπνευσή της μετά την ολοκλήρωσή των σπουδών της. Η αγάπη της για την φωτογραφία προέκυψε μέσα από την γοητεία των παλιότερων φωτογραφικών εικόνων που ανακάλυψε αρχικά στα δικά της ξεχασμένα οικογενειακά άλμπουμ, και έπειτα σε φωτογραφίες αρχειακής φύσεως, που κάποιοι επέλεξαν να μην κρατήσουν στο δικό τους οικογενειακό αρχείο. Μέσα από την επεξεργασία των εικόνων αυτών, και την εικαστική τους χρήση σε καλλιτεχνικά έργα, η Amandine αναζητάει να δημιουργήσει έναν σιωπηλό διάλογο με το παρελθόν και να θέσει τα δικά της ερωτήματα για το τι μπορεί να σημαίνουν σήμερα για όποιον κοιτάξει αυτό το κομμάτι «ζωής» που περιέχουν αυτές οι εικόνες και το οποίο σήμερα δεν υφίσταται πια, πώς το παρελθόν και οι μνήμες μπορούν να κρατηθούν ζωντανές μέσα από την φωτογραφική τους καταγραφή και ποιος ο ρόλος και η ευθύνη του καλλιτέχνη όταν επιλέγει να εντάξει τις εικόνες αυτές μέσα στην δουλειά  και το έργο του.

Η καλλιτεχνική σου πρακτική περιλαμβάνει τη φωτογραφία ως μέσο έκφρασης και ως υλικό. Πότε ξεκίνησες και τι καθόρισε την επαγγελματική σου δραστηριότητα ως φωτογράφο αλλά και ως εικαστικό που χρησιμοποιεί τις φωτογραφίες των άλλων στην δουλειά της;

Θα έλεγα ότι δουλεύω  κυρίως με τις φωτογραφίες των άλλων. Η δουλειά μου τρέφεται από τις εικόνες των φωτογραφικών αρχείων. Συλλέγω οικογενειακές φωτογραφίες που βρίσκω παρατημένες ή που άλλες φορές μου τις δίνουν οι ίδιες οι οικογένειες. Βρίσκω μια ιδιαίτερη γοητεία στο να παρατηρώ τον τρόπο με τον οποίο κάποιοι άλλοι, άγνωστοι πολλές φορές προς εμένα,  δημιούργησαν τις δικές τους εικόνες, πλέκοντας προσωπικές μυθολογίες μέσα σ΄ότι επιλέγουν να φωτογραφίσουν. Έχει μια ιερότητα η ενασχόληση με τις φωτογραφίες αγνώστων. Οι εικόνες μοιάζουν με φαντάσματα. Με ενδιαφέρει οι εικόνες που δημιουργώ και εγώ η ίδια ως φωτογράφος να είναι αναρχικές απέναντι στο χρόνο. Το ίδιο άχρονες όπως παραμένουν και οι εικόνες του αρχείου που χρησιμοποιώ. Ανήκουν στο παρελθόν, είναι παλιές, όμως δεν υπάρχει καμία επιπλέον διευκρίνιση για την περίοδο στην οποία αναφέρονται. Η αισθητική των παλιών φωτογραφιών έχει επηρεάσει λοιπόν και τη δική μου δουλειά ως φωτογράφο. Μου τυχαίνει μάλιστα πολλές φορές να με ρωτάνε εάν κάποιες δικές μου φωτογραφίες είναι όντως δικές μου ή εάν αποτελούν μέρος της αρχειακής μου συλλογής. Αυτή η γοητεία των παλιών «ορφανών» φωτογραφιών καθόρισε και την απόφασή μου να ασχοληθώ επαγγελματικά με τη φωτογραφία.

Η αναφορά στην παιδική ηλικία αποτελεί τον θεματικό πυρήνα αρκετών σειρών της δουλειάς σου  (όπως Here comes the Boogeyman, An iconic image of mother).

Επαναλαμβάνεται σ ‘όλες μου τις δουλειές με κάποιο τρόπο. Το να μιλάς για το παιδί είναι ένας τρόπος να μιλήσεις και για τον ενήλικο, και το αντίστροφο. Τα παιδιά που απεικονίζονται στις φωτογραφίες μου ήμαστε εμείς. Είναι το παιδί που ο καθένας από εμάς κουβαλάει μέσα του σ ‘όλη την διάρκεια της ζωής του, ένα παιδί που μας επηρεάζει καθημερινά συναισθηματικά.

Πρωτοβουλία εσωτερικής αναζήτησης ή φωτογραφία ντοκουμέντου, πώς θα περιέγραφες τη σειρά Here comes the Boogeyman?  

Σε αυτή τη σειρά, όπως στις περισσότερες περιπτώσεις, φωτογραφίζω μ ’έναν παρόμοιο τρόπο μ ’αυτόν του ρεπορτάζ. Αλλά η πρόθεσή μου δεν είναι να δημιουργήσω μια σειρά φωτογραφικών ντοκουμέντων κάτι που φαίνεται και από το τελικό αποτέλεσμα όπου οι εικόνες δεν αποκαλύπτουν πραγματικά τι θέλουν να πουν και δεν «παγώνουν» ούτε περιγράφουν την ακριβή αλήθεια ή πραγματικότητα. Αυτά τα παιδιά λειτουργούν μάλλον θα έλεγα ως καθρέφτης του προσώπου που τα κοιτάζει. Έτσι, με αυτήν την έννοια, τους βλέπω περισσότερο ως αγγελιοφόρους παρά ως αφηγητές ιστοριών.

 

Τις τελευταίες δεκαετίες, υπάρχει γενική τάση να χρησιμοποιούνται ιστορικά αρχεία σε διάφορες μορφές τέχνης. Ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον κομμάτι της σειράς An iconic image of mother  είναι η χρήση ενός ιδιωτικού προσωπικού φωτογραφικού υλικού που δεν προέκυψε από την ανάγκη για δημοσίευση. Πώς καθορίζεις τη σχέση ανάμεσα στο αρχείο και την τέχνη και πώς μπορεί ο καλλιτέχνης, ο φωτογράφος στην περίπτωσή σου, να διαχειριστεί αυτό το υλικό και να το χρησιμοποιήσει δημιουργικά;

 

Ναι, αυτή η “τάση” προέρχεται ασφαλώς από το γεγονός ότι αυτές οι εικόνες είναι συχνά πολύ πιο ισχυρές από αυτές που επιδιώκουμε να δημιουργήσουμε εσκεμμένα, έχοντας τον απόλυτο έλεγχο. Ακριβώς επειδή δεν επιδιώκουν να είναι τέχνη και φέρουν κάτι λαμπρά “πραγματικό”. Το ζήτημα της οικειοποίησης ωστόσο είναι λεπτό και δεν νομίζω ότι μπορούμε ποτέ να πούμε ότι είναι καθαρή “δουλειά μας” γιατί πρόκειται για μετά τοποθέτηση της εικόνας ή μάλλον για έναν καινούριο διάλογο με αυτή.

 

Τι σε προσέλκυσε σε αυτά τα αρχεία και την ιστορία αυτών των ατόμων για να σε κάνει να τα εντάξεις στην δουλειά σου;

Ξεκίνησα την ενσωμάτωση των αρχείων στο έργο μου όταν ένιωσα την ανάγκη αναζήτησης απαντήσεων που αφορούσαν το οικογενειακό ιστορικό μου. Είμαι τυχερή που έχω πρόσβαση σε πολλές εικόνες από την πλευρά της μητέρας μου. Και ένιωσα άνετα να δουλεύω με αυτές τις εικόνες επειδή ακριβώς ήταν εκείνες των δικών μου προγόνων. Ένιωσα η επεξεργασία τους στο πλαίσιο της δουλειά μου να λειτουργεί μ’έναν τρόπο όπου να μπορέσουν οι εικόνες να μου μεταδώσουν κάτι για κάποιους ανθρώπους και μια εποχή που δεν γνώρισα προσωπικά αλλά αποτελούν ωστόσο κομμάτι της προσωπικής μου ιστορίας. Και τελικά, αντιλήφθηκα ότι αυτή η προσέγγιση ήταν επίσης και για εμένα ένας τρόπος να τους «πω» πράγματα που διαφορετικά δεν θα είχα την ευκαιρία. Η εργασία με την οικογενειακή φωτογραφία είναι σαν ένας λίγο πολύ ασυνείδητος διάλογος.

Θεωρώ ότι η χρήση του οικογενειακού αρχείου είναι ένας ισχυρός τρόπος για να λειτουργήσει η διαγενεακή σύνδεση. Η φωτογραφία έχει σαφώς αυτή τη δύναμη να μας κάνει να επικοινωνούμε με τους νεκρούς. Το δούλεψα μέσα από τη σειρές An iconic image of  mother και To build a home. Με την πάροδο του χρόνου, οι εικόνες αυτές αποκτούν μια μεγαλύτερη διάσταση επειδή φέρνουν το μέλλον τους, την “μετά την εικόνα” πραγματικότητα. Η μεταφορά τους στο σήμερα, η επανεπεξεργασία τους, τις κάνει να αφηγηθούν κάτι άλλο, τους επιτρέπει να πούνε περισσότερα απ ‘ό, τι αρχικά μπορούσαν να πουν. Ενώ εργαζόμουν με αυτές τις εικόνες, ήμουν ωστόσο συνειδητοποιημένη για μια συγκεκριμένη δραματική πτυχή που περιέχεται σε αυτές : το χάσμα μεταξύ των «όμορφων οικογενειακών πορτρέτων» φωτογραφίας και της πραγματικότητας που κρύβεται πίσω τους.

Είναι δυνατόν – και επιθυμητό – να συνδυαστεί η αισθητική και η αντικειμενικότητα σε μια εικαστική δουλειά που προκύπτει από την επεξεργασία ενός αρχειακής φύσεως υλικού ;

Σίγουρα νομίζω ότι ως καλλιτέχνης που χρησιμοποιεί την εικόνα του αρχείου, δεν τοποθετούμαι ποτέ σε μια αντικειμενική προσέγγιση. Εκτός αυτού, πιστεύω ότι καμία εικόνα δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως αντικειμενική  γιατί ακόμα και εάν ανήκει σε κάποιο αρχείο πρέπει να λάβουμε υπόψη μας και την παράμετρο ότι υπάρχει κάποιος δημιουργός, άρα ενυπάρχει η υποκειμενικότητα ακόμα και εάν η απόσταση με το χρόνο και οι ελλιπείς πληροφορίες γύρω από το πλαίσιο της δημιουργίας της δεν μας αφήνουν να το σκεφτούμε σ’ ένα πρώτο στάδιο. Φυσικά, και η αισθητική έχει τη δική της θέση σε αυτές τις εικόνες. Η μεγαλύτερη γοητεία που ασκούν αυτές οι εικόνες βρίσκεται ακριβώς στο ότι δεν είναι φτιαγμένες για να εξυπηρετήσουν κάποιο καλλιτεχνικό σκοπό, μέσα στην «ατέλειά» τους λοιπόν, βρίσκεται το αισθητικό τους ενδιαφέρον.

Η φωτογράφηση λειτουργεί στη δουλειά σου σαν ένα τρόπο αφήγησης μέσω των εικόνων. Αυτές οι εικόνες περιέχουν έντονη νοσταλγία για το παρελθόν, ποιητικές επεκτάσεις και αποκαλύπτουν ένα ονειρικό έργο γεμάτο μελαγχολία. Κάτι που μπορεί να εξηγήσει πιθανώς την επιλογή σου για το ασπρόμαυρο. Ποια είναι η σχέση σου με τις αναμνήσεις; Σε φοβίζει το να τις χάσεις;

Στην πραγματικότητα για μένα, οι εικόνες μου δεν συνδέονται μόνο με το παρελθόν. Είναι περισσότερο σε έναν πλωτό χώρο, ένας χώρος που θα ήταν μερικές φορές παντογνώστης, διαισθητικός, μερικές φορές εντελώς ασαφής. Όπως σε μια πνευματική αναζήτηση. Υπάρχει ένα βιβλίο του φωτογράφου Albarrán Cabrera, του οποίου ο τίτλος είναι “Remembering the future”. Είναι ακριβώς αυτή η περίπτωση όπου η μελαγχολία προέρχεται επίσης από αυτούς τους χώρους όπου τα όρια είναι θολά μεταξύ χρόνου, φαντασίας, ελπίδας και το βάρος των πραγμάτων. Μέσα μας, δεν ζούμε σε ένα συγκεκριμένο και συνεκτικό χώρο όπου τα πράγματα είναι καλά διατεταγμένα σε μια χρονολογική σειρά. Ζούμε με αναμνήσεις και οι αναμνήσεις ζουν μαζί μας και μεταμορφώνονται μαζί μας. Στο έργο μου τοποθετώ στο ίδιο επίπεδο με τη μνήμη, τη φαντασία, την ελπίδα, τη διαίσθηση, τη θέληση να δημιουργήσω και τις ασυναίσθητες αναμνήσεις. Όπως πολλοί άνθρωποι πιθανότατα, έχω μια ιδιαίτερη σχέση με τη μνήμη συχνά επώδυνη ή συχνά ιερή. Νομίζω ότι είναι ενδιαφέρον να διερευνήσουμε το πόσο περίεργη και ξεχωριστή είναι η μνήμη με βάση αυτούς τους δύο αυτούς πόλους. Δεν φοβάμαι να χάσω τις αναμνήσεις μου, θα έλεγα ότι φοβούμαι περισσότερο το γεγονός ότι καταλαμβάνουν πάρα πολύ χώρο στο μυαλό μου. Όταν ζεις μέσα στις αναμνήσεις, αποτρέπεις στην ουσία το παρόν. Οι εικόνες μου προσπαθούν να περιγράψουν αυτό ακριβώς: την περιπλάνησή μας ανάμεσα στο τώρα και τότε.

 «Δεν υπάρχουν αναμνήσεις, υπάρχουν μόνο εικόνες» διαβάζουμε στο βιβλίο του MalrauxAntimemoirs” σχετικά με τον προσδιορισμό της αυτοβιογραφίας.

Με βρίσκει απόλυτα σύμφωνη.  Οι εικόνες που μας εμποτίζουν είναι οι εσωτερικοί μας κόσμοι. Μεταβάλλονται συνεχώς, μεγαλώνουν και εξελίσσονται μαζί μας, δημιουργούμε με αυτές τις δικές μας ιστορίες, τις δικές μας προσωπικές μυθολογίες και γ’ αυτό είναι τόσο συναρπαστικές.

Ο κινηματογράφος και η λογοτεχνία επηρεάζουν τη δουλειά σου. Ένας δημιουργός που σου έρχεται στο μυαλό και θα πρότεινες να ανακαλύψουμε τα ίχνη του ;

Σκέφτομαι την κινηματογραφική δουλειά του Terrence Malick, στα έργα του οποίου υπάρχει η αναζήτηση της ανάμνησης και από τον οποίο έχω εμπνευστεί και εγώ η ίδια. Έπειτα η δύναμη του φωτός στις φωτογραφίες που δίνει μια νέα διάσταση στην εικόνα τοποθετώντας την σ ’ένα πνευματικό επίπεδο, προσπερνώντας την αφηγηματικότητά της, είναι ένα στοιχείο που προσωπικά με ελκύει στη δουλειά του συγκεκριμένου δημιουργού. Όσον αφορά τώρα την λογοτεχνία, μου έρχονται στο μυαλό τα ποιήματα της Patti Smith που δημιουργούν πολύ δυνατές εικόνες : πρόκειται για την αναζήτηση μιας ποιητικής ποιότητας  στα μικρότερα ασήμαντα για πολλούς πράγματα, μια ποίηση που κινείται ανάμεσα στην τέχνη του περιθωρίου και την πιο χαρισματική της έκφραση, στην οποία δεν προσδιορίζουμε πάντα σαφώς τι είναι, εάν τα ποιήματα αυτά αποτελούν αποτέλεσμα μιας εσωτερικής αφήγησης σε πλήρη τάξη ή απλώς ένα άτακτο παραλήρημα.

 

Περισσότερες πληροφορίες για την δουλειά της Amandine Joannes: https://amandinejoannes.weebly.com/

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *