Κωστής Βελώνης

Κωστής Βελώνης

γράφει η Μαρία Καραχρήστου

‘I have a soul free, entirely at its own and used to guiding itself as it pleases’ Montaigne, S.Zweig.[1]

Ο Κ.Βελώνης κατοικεί την πόλη παρακολουθώντας τις ρωγμές της, τις φθορές, τα περάσματα, τα ανοίγματα, τους δρόμους, τους ήχους , τις υφές. Κατοικεί στην απουσία, παρουσία της πόλης ερμηνεύοντας διαλεκτικά αυτή την σχέση, ορμώμενος από την παρατήρηση, ανοίγει διάλογο με τις αισθήσεις της πόλης, την ιστορία, τον πολιτισμό, την παράδοση και την πολιτική, τις εντάσεις, τις ενστάσεις, τις υπεκφυγές, τις προσδοκίες. Εξερευνά χωρικά μέσα από την δουλειά του το πνεύμα της πόλης, προτείνοντας το σαν σπαράγματα γλυπτικά, μεταμορφώνοντας και μετατοπίζοντας την ύλη σε θέση, την έννοια σε χώρο, τις ζωγραφικές διαδρομές σε χρόνο. (Ο Άνθρωπος γεννήθηκε στον χρόνο. Ζει και πεθαίνει στο χρόνο. Όπου πηγαίνει, παίρνει το χρόνο μαζί του και επιβάλλει τον χρόνο.[2])

‘Η μεγαλούπολη απαιτεί από τον άνθρωπο ως ένα ον, που μπορεί να κάνει λεπτές διακρίσεις άλλον βαθμό συνείδησης απ’ αυτόν, που απαιτεί η αγροτική ζωή.’ [3]
Ταξιδεύοντας πολύ, δίνει στο βλέμμα του την πολύτιμή απόσταση, να εντοπίσει διαφορές και συνάφειες του χώρου, χρόνου, του πολιτισμού, της κοινωνίας και των εργαλείων και πρακτικών της, οξύνοντας έτσι το βλέμμα του, εντοπίζει το ανεπαίσθητο, το κρυφό, τυφλό, δεδομένο, απαρατήρητο από τους πολλούς σημείο. (Και να ακούει μόνο τις δικές του επιθυμίες, τις δικές του διαθέσεις.)[4] Αυστηρά με μια υπαρξιακή σχεδόν εμμονικά ηρωική προσέγγιση, κατασκευάζει ουρανούς και διαφυγές. Τα κοψίματα του είναι μελετημένα μετρημένα, τίποτα στην τύχη και το παιδί το αφήνει να ξεπηδά με σοφία και μαεστρία και σύνεση και λογική, μετατρέποντας σε απτή την σκέψη, χρωματίζοντας τις υφές της σε διάφορα χρώματα. Με κομμάτια της πόλης που βρίσκει, μετατρέπει την φθορά σε έργο, τις λέξεις σε σώμα, με μια σχεδόν ακαριαία κίνηση. Η μεταπλαστική του δεινότητα, η τεχνική του θυμίζει αυτό που αναφέρει ο George Simmel, στο δοκίμιο του Πόλη και Ψυχή ‘Η νόηση, εντούτις, έχει την θέση της στα διαφανή, συνειδητά, ανώτερα στρώματα της ψυχής, είναι η πιο προσαρμοστική από τις εσωτερικές μας δυνάμεις. Για να προσαρμοστεί στη μεταβολή και στην αντίθεση των φαινομένων, η νόηση, δεν χρειάζεται τραντάγματα και εσωτερικές αναστατώσεις…’ [5] Kάθε έκθεση του, έχει μια συγκεκριμένη δομή, αίσθηση, δραματουργία, μελέτη, σκέψη, ύφος.

Σε αυτήν την έκθεση, εντοπίζει την στιγμή εκείνη της Πόλης, της μεταμόρφωσης, της σπαρακτικά θεατρικής και τραγικά στιγμής της μεταμόρφωσης, ενός ζωντανού κομματιού της πόλης, ενός ζητιάνου που το σώμα του κατοικεί και θρέφεται από την πόλη, που λειτουργεί ως ηδονικό σύμβολο του ανέντακτου, του παρασιτικού, του φιλικού εχθρού των ταχτοποιημένων ζωών, τον κίνδυνο της ένταξης σε σχήμα. Εντοπίζει μια εντελώς αόρατη στιγμή της πόλης, την στιγμή που ζητιάνοι το 2010 τυλίγονται στα λευκά, βάφουν το πρόσωπο τους λευκά, προσποιούνται τους διασκεδαστές αλλά δεν είναι. Εξερευνά πως το ανένταχτο κομμάτι της πόλης, το ηρωικά παρασιτικό δοκιμάζει την ουτοπία του επιτυχημένου κλισέ και προσπαθεί να ενταχθεί αδέξια εφευρίσκοντας ένα τέχνασμα για να επιβιώσει και επειδή ακριβώς δεν είναι βιωμένο, αλλά θεατρικά ντυμένο, καταλήγει σε καρικατούρα. Μια προδιαγεγραμμένη ήττα κάτω από το γλυκό και αφελές τέχνασμα της προσποίησης ενσαρκώνεται γλυκά σ’ αυτήν την κίνηση των ζητιάνων. Όπως ακριβώς αποτυγχάνει ο Πιερότος να κατακτήσει την Κολομπίνα που προτιμά τον Αρλεκίνο.

Είναι θαυμάσιο πως παρατηρεί την ούγια της πόλης, την απειροελάχιστη στιγμή, το ανεπαίσθητο, το μικρό και ασήμαντο τούτο τελετουργικό, και του δίνει θέση-θέαση και χώρο. ‘Ο Ουίνστον Σμίθ, με το πιγούνι του χωμένο στο στήθος, προσπαθώντας ν’αποφύγει τον άγριο άνεμο, γλίστρησε γρήγορα στις γυάλινες πόρτες του Μεγάρου της Νίκης, όχι όμως και τόσο γρήγορα που ν’ αποφύγει ένα στρόβιλο αμμουδερής σκόνης που γλίστρησε μέσα μαζί μ’ αυτόν. Ο διάδρομος μύριζε βρασμένο λάχανο και παληά κουρελιασμένα χαλιά.. Ο Ουίνστον προχώρησε προς τις σκάλες.’ [6]

Πουδράρει – βάφει με ορμή τα ξύλα όχι ζωγραφικά αλλά καλυπτικά σχεδόν βάναυσα όπως ακριβώς έκαναν κάποιοι ασπροβαμένοι ζητιάνοι ‘στους κεντρικούς δρόμους της Αθήνας προς τα τέλη του 2010 οι οποίοι , κατηφείς και αμίλητοι, τυλιγμένοι μ’ ένα λευκό σεντόνι, ζητούσαν ελεημοσύνη από τους περαστικούς χωρίς τη συνήθη ακροβατική δεξιοτεχνία των κλόουν και των διασκεδαστών δρόμου. Αποδυναμωμένοι, πένθιμοι και άβουλοι συνεισφέραν μ’ έναν ειρωνικό τρόπο στην παράδοση της φιγούρας του πιερότου που επιδιώκει την αυτοκατάργησή του και περιφέρεται ως φάντασμα.’ Έφη Φαλίδα [7]
Και τα έργα σε σύνθεση, απομεινάρια της πόλης ξαναδουλεμένα σε καινούργια ζωή έχουν φόντο χαρούμενες συνθέσεις δεξιά σε καμβάδες και αυτή η απόσταση, είναι τελικά το έργο, το τραγικό ανάμεσα σ’ αυτό που θες στον τοίχο, το ανέμελο και αυτό που έχεις στο πάτωμα, με ξύλα και πέτρες και με προσοχή η σύνδεση – σύνθεση. Αριστερά τα σχέδια έχουν ίχνη όπως τα γλυπτικά έργα, βλέπω την διαδρομή του χεριού, τα χαρτιά ως χάρτες και καταγραφές, τα έργα ως ζωή, οι καμβάδες σαν όνειρο. Περιδιαβαίνω λοιπόν ανάμεσα στις αποστάσεις και το ψυχόγραμμα-ψυχόδραμα που έφτιαξε, σαν δεδομένο σαν πειστήριο της ανθρώπινης ήττας ως χαρμολύπης.
‘Η ψυχολογική βάση της προσωπικότητας που αναπτύσσεται στη μεγαλούπολη, συνίσταται στην εντατικοποίηση της νευρικής διέγερσης, η οποία προκαλείται, από τη γρήγορη και αδιάκοπη μεταβολή των εσωτερικών και εξωτερικών ερεθισμάτων.’ [8]

Έφτιαξε ένα δρώμενο, μια πόλη σε κίνηση και εκεί μέσα κατοικώ και εγώ όπως όλοι, ψάχνοντας να βρω εμένα, περπατώντας ανάμεσα σε δρόμους, δέντρα, ήλιους, βροχή, παιδικά γέλια, όνειρα, ματαιώσεις, προσδοκίες, θλίψη, λέξεις, ξύλα, χαρά, άσφαλτο, ταβερνάκια και γάτες, τον Πικιώνη και Εμπειρίκο, αγάλματα, κήπους, πλατείες, λιθόστρωτα, πλάκες, πλακάκια, μάρμαρα, αναμονές, καυσαέρια και ζωή.

__________________

[1] σελ. 63 Stefan Zweig Μονταίνιος, μτφ. Μαρία Αγγελίδου, Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2016.
[2] σελ.30 William S. Burroughs. μτφ. Βασίλης Κιζήλος. Eκδόσεις Οξύ, Αθήνα 2006.
[3] σελ. 21 Georg Simmel Πόλη και Ψυχή, μτφ. Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, εκδ. Έρασμος, Αθήνα 1993
[4] σελ.62 Stefan Zweig Μονταίνιος, μτφ Μαρία Αγγελίδου, Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2016
[5] σελ. 21 Georg Simmel Πόλη και Ψυχή, μτφ. Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, εκδ. Έρασμος, Αθήνα 1993
[6] σελ.19 Douglas Kellner, Από το 1984 στον Μονοδιάστατο άνθρωπο. μτφ. Στέφανος Ροζάνης, Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, εκδ. Ύψιλον, Αθήνα 2020
[7] Δελτίο Τύπου, επιμέλεια Έφη Φαλίδα.
[8] Σελ. 30 Georg Simmel Πόλη και Ψυχή, μτφ. Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, εκδ. Έρασμος, Αθήνα 1993
Μια κατατοπιστική συνέντευξη του εδώ: https://el.ozonweb.com/culture/art-design/kostis-velonis-ghost-beggat-exhibition?fbclid=IwAR3NT9T1cTFi2wg4BdunJB9Hc0JG5vurWaEIm3snYh7xB4pVmwKAGao8oXA

 

 

Ghost Beggar
Kalfayan Galleries

http://www.kalfayangalleries.com/

Χάρητος 11, Κολωνάκι, Αθήνα
10/6/2020 – 26/9/2020
Ώρες λειτουργίας: Δευτέρα 11.00 – 15.00 | Τρίτη – Παρασκευή 11.00 – 19.00 | Σάββατο 11.00 – 15.00

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *